ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ



Βέβαια, ο Valjavec δεν θεωρεί μονάχα τον συντηρητισμό ως αντίδραση ενάντια στον Διαφωτισμό, αλλά και κάθε αντίδραση ενάντια στον Διαφωτισμό ως συντηρητισμό (βλ. π.χ. τη δεύτερη από τις παραπάνω εργασίες του, 255, κ.έ.), έτσι ώστε στο τέλος χάνει από τα μάτια του τα ειδοποιά γνωρίσματα της συντηρητικής σκέψης. Επί πλέον δεν έχει καμμία οικειότητα με την προβληματική προηγούμενων αιώνων, σ' ό,τι αφορά την κοινωνική ιστορία και την ιστορία των ιδεών. Τις ίδιες αδυναμίες παρουσιάζει και η μελέτη του Μ. Greiffenhagen, ο οποίος υιοθετεί και προωθεί παραπέρα τη βασική θέση του Valjavec για τον συντηρητισμό ως αντίδραση εναντίον του Διαφωτισμού και του ορθολογισμού του. Οι υπαινιγμοί του ως προς την ύπαρξη συντηρητικών τάσεων ήδη πριν από τον 18ο αι. δεν ξεπερνούν ωστόσο την ερασιτεχνική —όπως πρέπει να τη χαρακτηρίσουμε— μνεία του γνωστού ποιήματος του John Donne για την New Philosophy και τη δήθεν καταστρεπτική της επίδραση (Das Dilemma des Konservatismus in Deutschland, Munchen 1971,41)· το κεντρικό πρόβλημα της έννοιας της κυριαρχίας και του κοσμοθεωρητικού της πλαισίου καθώς και η δομή της κυριαρχικής ιδεολογίας της societas civilis του διαφεύγουν εντελώς, όπως διαφεύγουν και σε όλους τους παραπάνω ερευνητές. Ο μονομερής, όπως ο ίδιος ομολογεί, προσανατολισμός του στην ιστορία των ιδεών (τον οποίο δίκαια έψεξε ήδη η Η. Gerstenberger, «Konservatismus in der Weimarer Republik« = G.-K. Kaltenbrunner (Hg.), Rekonstruktion des Konservatismus, Freiburg 1972, 331-348, εδώ: 332) όχι μόνον έχει και ο ίδιος κενά, εφ' όσον δεν παρακολουθείται σχεδόν καθόλου η εξέλιξη της πολιτικής θεωρίας στους Νέους Χρόνους, αλλά και τον παρασύρει στη μάταιη προσπάθεια ανασυγκρότησης μιας και μόνης συντηρητικής θεωρίας συγκολλώντας απλώς παραθέματα από συγγραφείς τόσο ολοκληρωτικά διαφορετικούς όσο π.χ. οι Moser και Gehlen.

O Greiffenhagen ξέρει κι ο ίδιος ότι αυτό μπορεί να του στοιχίσει τη «μομφή της επιπολαιότητας στο ιστορικό μέρος», όμως έτσι απλώς κάνει τα πράγματα χειρότερα για τον εαυτό του. Απεναντίας, ο W. Ribhegge τονίζει ορθά ότι ο συντηρητισμός δεν είναι απλό ιδεολογικό φαινόμενο, αλλά «σύνθετη κοινωνική διαδικασία». Επί πλέον τον θεωρεί, και πάλι ορθά, ως διαδικασία προσδιορισμένη ως προς το περιεχόμενο και χρονικά περιορισμένη· η χρησιμοποίηση της έννοιας αυτής πέρα από τα ιστορικά της όρια θα την αχρήστευε («Konservatismus. Versuch zu einer kritischen-historischen Theorie» = H. G. Schumann (Hg.), Konservatismus, Köln 1974, 112-136, εδώ: 122,123). Ωστόσο στο λάθος αυτό υποπίπτει ο ίδιος όταν μιλά για συντηρητισμό όχι μόνο σε σχέση με το αντεπαναστατικό κίνημα μετά το 1789 (εκεί τοποθετεί, εσφαλμένα, τη χρονική απαρχή του συντηρητισμού), αλλά επίσης σε σχέση με την αστική τάξη μετά το 1848 και μάλιστα και σε σχέση με την διόλου επαναστατική εργατική τάξη της συγκαιρινής μας μαζικής κοινωνίας. Επειδή γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο κάνει αδύνατον τον «υλικό ορισμό» του συντηρητισμού, όπως τον απαιτεί ο ίδιος (125), καταφεύγει σε μιαν άκρως βεβιασμένη χρήση κυβερνητικών μοντέλων και παρουσιάζει τον συντηρητισμό ως αυτορρυθμιζόμενο σύστημα, ικανό να προσαρμόζεται στις ιστορικές αλλαγές χάρη στο όλο και λειτουργικότερο feed-back του (126/7).